Ο Θεατρικός Μόντης            Η Βουλή των Αντιπροσώπων τιμά τον Κώστα Μόντη            Λογότυπο            Η Unesco θέτει υπό την αιγίδα της το έτος Κώστα Μόντη            Κώστας Μόντης 100 Χρόνια από την γέννηση του             Η γλώσσα του Κώστα Μόντη - Γιώργος Μπαμπινιώτης            Ο Θεατρικός Μόντης στην Λεμεσό            Ετήσιο Μνημόσυνο του ποιητή Κώστα Μόντη            2014 Έτος Κώστα Μόντη - Εκδηλώσεις            Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης 2014            Γράμματα στη μητέρα - Μονόλογος του Κώστα Μόντη             Ημερίδα στην Αθήνα για τον ποιητή Κώστα Μόντη            Η Ελλάδα του Κώστα Μόντη            Επιστημονική ημερίδα: Ο Κώστας Μόντης και η Μόρφου            Ημέρα Ποίησης - Κώστας Μόντης 100 Χρόνια σ αυτή την μακρυνή γωνιά            Ημερίδα αφιερωμένη στον Κώστα Μόντη στην Σικελία στις 12 Μαΐου             Ο Κώστας Μόντης και ο Μουτουλλάς            Φιλολογικό Μνημόσυνο            Γράμματα στη Μητέρα - Αντικατοχική Εκδήλωση 17.07.2014            Καταστατική Συνάντηση             Έτος Μνήμης Κώστα Μόντη ανακηρύχθηκε το 2014           

Κώστας Μόντης: 100 χρόνια από τη γέννησή του – του Βάκη Λοϊζίδη

25/02/2014


Ο Κώστας Μόντης
Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια,
Ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,
Ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;

Ο Κύπριος ποιητής Κώστας Μόντης, 100 χρόνια μετά την γέννηση του διαβάζεται λες και πρόκειται για έναν συγκαιρινό μας ποιητή με ανησυχίες και προβληματισμούς που έχουν οικουμενικό χαρακτήρα και παραμένουν ζωτικής σημασίας στην εποχή μας. Αυτό συμβαίνει γιατί η ποίηση του επικεντρώνεται στα ουσιαστικά πράγματα στη ζωή που δεν αλλάζουν στο χρόνο. Ο Μόντης μετουσιώνει την αγωνία του απλού ανθρώπου για επιβίωση και μια «λιτή ευημερία» με απλό, άμεσο και μεστό τρόπο. Η ζωή, η ιστορία, η ποίηση και ο τόπος βρίσκονται στο επίκεντρο της ποιητικής του.

Με τις στιγμές και τα τρία γράμματα στην Μητέρα, ένα συνθετικό ποίημα που γράφτηκε πριν και μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο αποκαλύπτει το τραγικό βάθος των πραγμάτων.

«Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στό μαντήλι;
Μᾶς τόν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μέσ’ ἀπ’ τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὔ ‘πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαν τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoύς ψιθύρoυς πoύ μηχανoρραφoῦσαν τὴν ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoύ ‘σκυβαν μέσ’ στόν ἥλιo
νά πιoῦν νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ’ τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κρεμόταν κάτω ἀπ’ τό λαιμὸ τoυς,
τ’ ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαν ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν ὅλα μέσα μας.»

(2ο Γράμμα στη Μητέρα)